WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
get married vi (become [sb]'s husband or wife)παντρεύομαι ρ αμ
  (αρχαϊκό)νυμφεύομαι ρ αμ
 We're going to get married early in the new year.
 Θα παντρευτούμε στις αρχές της νέας χρονιάς.
get married to [sb] vi (become [sb]'s husband or wife)παντρεύομαι ρ μ
  παντρεύομαι με κπ ρ αμ + πρόθ
 Paul got married to his high school girlfriend.
 Ο Πωλ παντρεύτηκε το κορίτσι που είχε απ' το γυμνάσιο.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'get married' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση get married στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «get married».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!